Η δημόσια τοποθέτηση του Joseph Φράγκου για το λιμάνι και τη Μαρίνα Λάρνακας έρχεται σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή. Η φράση «Φτάνει να κρυβόμαστε» συνοψίζει με ακρίβεια τη στάση και το μήνυμά του γύρω από ένα έργο που εδώ και καιρό βρίσκεται σε αβεβαιότητα.
Με λόγο ευθύ και χωρίς υπεκφυγές, αναφέρεται σε ζητήματα που προβληματίζουν έντονα την τοπική κοινωνία, αγγίζοντας ευθύνες, καθυστερήσεις και την ανάγκη για ξεκάθαρες αποφάσεις. Η ομιλία που ακολουθεί καταγράφει μια παρέμβαση που θέτει επί τάπητος τα πραγματικά δεδομένα και ζητά απαντήσεις για το μέλλον ενός έργου καθοριστικής σημασίας για τη Λάρνακα.
Πιο κάτω η παρέμβαση του κ. Φράγκου στην Επιτροπή Ανάπτυξης Λάρνακας, (τέτοιους ανθρώπους θα θέλαμε στο τιμόνι της πόλης μας):
Τρία εισαγωγικά σχόλια.
Πρώτο, νομίζω -λέχθηκε ήδη- το ενδιαφέρον μας εδώ είναι αμιγώς σκαλιώτικο.
Δεύτερο, προσωπικά εγώ δεν θέλω να αποδώσω οτιδήποτε άλλο στον οποιονδήποτε, παρά αγνά, ειλικρινή κίνητρα για να γίνει ό,τι καλύτερο για την πόλη μας, ανεξαρτήτως των οποιωνδήποτε διαφωνιών υπάρχουν.
Τρίτο, συμφωνώ με τον Χρίστο, προς τον φίλο μου τον Σταύρο, τον αγαπημένο μου φίλο: η διαφορετικότητα στις απόψεις δεν είναι μόνο επιτρεπτή, είναι θεμιτή, διότι έτσι μπορούμε να βρούμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Και να βάζουμε πίεση και να κριτικάρουμε ο ένας τον άλλον δεν είναι καθόλου κακό, είναι καλό.
Τώρα, από εκεί και πέρα, επειδή συζητούμε να έρθει το Υπουργείο και να μας πει τις επιλογές μας: Εμένα, στο μυαλό μου, οι επιλογές είναι ξεκάθαρες. Έχουμε δύο επιλογές.
Η μία επιλογή είναι η αναβίωση της συμφωνίας. Τι σημαίνει αυτό το πράγμα; Υπάρχει μια συμφωνία στη βάση απόφασης που πάρθηκε για ενιαία ανάπτυξη. Με βάση εκείνης της απόφασης έγινε ένα Master Plan από την ECON (νούμερο 4 εταιρεία στον κόσμο). Ήρθε και έκανε ένα Master Plan. Ήρθε και η KPMG και έκανε ένα οικονομικό πλάνο 200 σελίδων. Εγκρίθηκαν από όλες τις υπηρεσίες και προχώρησε η ΚΙΤΙΟΝ να υλοποιήσει αυτό το έργο.
Έβγαλε εγγυητικές, τις έδωσε στο κράτος και ήρθαν οι αρμόδιες υπηρεσίες και αδειοδότησαν την πρώτη φάση του έργου. Επομένως, έχουμε αυτή τη συμφωνία στο σημείο που βρίσκεται τώρα και η επιλογή Α είναι η αναβίωση αυτού του πράγματος. Και να ξεκινήσουμε αύριο τα έργα.
Επιλογή Β: τοπιοτέχνηση, yacht club και εκβάθυνση της μαρίνας, συν μία μελέτη που θα έρθει από το ΤΑΙΠΕΔ, η οποία θα λέει κάποια πράγματα. Η οποία -νομίζω συμφωνούμε όλοι- για να υλοποιηθεί, μιλούμε σε βάθος χρόνου. Να πω δέκα χρόνια; Οκτώ χρόνια; Και αν βρεθεί επενδυτής, αναλόγως και ποια θα είναι η μορφή της μελέτης αυτής και τι επιλογές θα μας δώσει το ΤΑΙΠΕΔ.
Επομένως, έχουμε αυτά τα δύο πράγματα.
Και προσπαθώ εγώ στο μυαλό μου τώρα να δω: δεν είναι μονόδρομος τι θέλω; Αφήνω τα νομικά και τα άλλα πίσω. Δεν είναι ξεκάθαρο τι μπορεί να θέλω; Αυτό θέλω, που ξεκινώ αύριο.
Επομένως, δεν μπορώ εγώ να καταλάβω τι δίλημμα υπάρχει για το ποιο είναι το ορθότερο, το καλύτερο, το ιδανικότερο για τούτη την πόλη.
Αυτό είναι το πρώτο.
Τώρα, από εκεί και πέρα, δέχομαι εγώ ότι υπάρχουν κάποια ζητήματα τα οποία ενδέχεται να πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το πιο μεγάλο που ακούμε είναι το νομικό ζήτημα. Λέγεται ότι υπάρχει νομικό κώλυμα στο να αναβιωθεί αυτή η συμφωνία. Εγώ ρωτώ: υπάρχει μια επιστολή, ένα κείμενο τριών γραμμών που να εξηγεί ποιο είναι αυτό το νομικό κώλυμα; Είδατε κάτι; Σας έδωσε κάποιος κάτι; Ποιο είναι αυτό το νομικό κώλυμα, ρε παιδί μου;
Εγώ λέω δεν υπάρχει. Και δεν το λέω μόνο εγώ. Το λένε κι άλλοι δικηγόροι και το λέει και ένας δικηγορικός οίκος, η Norton Rose Fulbright (παγκοσμίως μέσα στις πέντε καλύτερες εταιρείες στον κόσμο), η οποία τι λέει; Η θέση της ποια είναι -που είναι και ίδια με τη δική μου; Θα μπω σε δύο νομικές κουβέντες: Το κοινό δίκαιο επιτρέπει την αναβίωση μιας συμφωνίας, αν τα δύο μέρη υπογράψουν.
Το δεύτερο: σε θέμα ευρωπαϊκού δικαίου, τα concession agreements (ή συμβάσεις παραχώρησης), τα οποία τερματίζονται, μπορούν να αναβιωθούν. Ναι, υπάρχει συγκεκριμένος κανονισμός και συγκεκριμένες πρόνοιες που επιτρέπουν την αναβίωση, όταν κυρίως τα έργα είναι μεγάλα και είναι δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, η Ευρωπαϊκή Ένωση, εν τη σοφία της, έχει ένα πλαίσιο το οποίο το επιτρέπει.
Τώρα, από εκεί και πέρα, εγώ δέχομαι να μου πει κάποιος: «Δεν θέλω τον Πάνο (επενδυτή). Δεν θέλω την Prosperity». Νομίζω είπε ο Ανδρέας (Πασιουρτίδης): «Εγέλασαν μας δύο φορές». Βάζω ερωτηματικό και θα απαντήσω σε αυτό στον Ανδρέα. (Παρέμβαση Πασιουρτίδη: «H δύο θα είναι η επόμενη»). Διερωτούμαι, Ανδρέα, αν υπάρχει πρώτη.
Αλλά εγώ λέω: δεν πρέπει τουλάχιστον, εάν έχουμε αποφασίσει ότι είναι αυτονόητο τι θέλουμε -είναι η πρώτη επιλογή- να καθίσουμε να μιλήσουμε με αυτόν τον άνθρωπο (επενδυτή) και να δούμε κατά πόσο τα προβλήματα (το νομικό, αν έχει τα λεφτά να το κάνει) μπορούν να ξεπεραστούν;
Δεν πρέπει η επιλογή αυτής της επιτροπής και αυτής της πόλης να είναι: «Ναι, θέλουμε αυτή την επιλογή εμείς, αλλά ελάτε να λύσουμε τα προβλήματα τα οποία υπάρχουν για να προχωρήσουμε με αυτή την επιλογή»;
Διότι, δυστυχώς, η άλλη επιλογή έχει ερωτηματικά, έχει βάθος χρόνου και ο χρόνος είναι αμείλικτος. Ο Βύρας δεν θα είναι εδώ αύριο, ο Βαφεάδης δεν θα είναι εδώ αύριο. Τα κουπελούδκια μας θα είναι δαμέ όμως!
Και έρχομαι στο τελευταίο σημείο: γιατί τερματίστηκε αυτή η συμφωνία. Είπε πολλά σωστά ο κύριος δήμαρχος και ρωτήθηκε από εδώ γιατί τερματίστηκε η συμφωνία. Και ό,τι λέω εγώ τα έχω δει. Ό,τι θα αναφέρω τα έχω δει γραπτώς.
Υπήρχαν τρεις εγγυητικές οι οποίες είχαν εκδοθεί (day 1) και έπρεπε να ανανεωθούν. Η πρώτη εγγυητική συμφωνήθηκε να εκδοθεί στη βάση ενός ποσού. Η δεύτερη εγγυητική συμφωνήθηκε να εκδοθεί στη βάση ενός ποσού. Η τρίτη εγγυητική, η λεγόμενη Operations and Management, είχε μια φόρμουλα υπολογισμού. Δεν έλεγε πέντε εκατομμύρια ή δέκα ή εκατό. Είχε μια φόρμουλα, διότι συνδεόταν με το Operations και το Management της μαρίνας μετά τον τερματισμό.
Επομένως, το κράτος είπε: «Εγώ θέλω να έχω αρκετά λεφτά να πάρω το λιμάνι και τη μαρίνα και να τα λειτουργήσω. Πώς θα το κάνω τώρα αυτό;» Υπήρχε μια φόρμουλα.
Η PWC, εκ μέρους της ΚΙΤΙΟΝ, ήρθε και είπε: «Εγώ αυτή την εγγυητική την υπολογίζω 4,2 εκατομμύρια». Το Υπουργείο Οικονομικών είπε: «Όχι, δέκα εκατομμύρια». Και ξεκινούν τα δύο μέρη και ανταλλάσσουν επιστολές και δεν τα βρίσκουν. Και λέει η ΚΙΤΙΟΝ: «Υπήρχε μια πρόνοια στη συμφωνία που μιλά για διαιτησία. Πάμε να βάλουμε έναν διαιτητή να μας λύσει τη διαφορά». Λέει το κράτος: «Όχι, θα μου τα δώσετε τα δέκα εκατομμύρια και μετά θα πάμε σε διαιτησία». Και λέει η ΚΙΤΙΟΝ…
Επί της ουσίας, η διαφορά ήταν αυτή. Αρνήθηκε το κράτος να πάει σε διαιτησία. Πήγε ο Γεωργίου και έκανε αίτηση στο δικαστήριο για να βγάλει διάταγμα να αποκλείσει το κράτος από το να τερματίσει τη συμφωνία. Ήταν η υπόθεση τη Δευτέρα και η κυρία Παπαετή επέλεξε, για να μην έχει αντικείμενο η υπόθεση, να τερματίσει τη συμφωνία την προηγούμενη.
Επομένως, ανεξαρτήτως τι συνέβη, η ΚΙΤΙΟΝ δεν παραβίασε κανένα όρο της συμφωνίας, εκτός από τη διαφορά όπως την περιγράφω τώρα, πάνω στην εγγυητική του Operations and Management.
Επομένως, δεν μας εγέλασε η ΚΙΤΙΟΝ.
Κατ’ επέκταση, εγώ προκαλώ εμάς: μπορούμε να ενώσουμε φωνή και να βγούμε προς τα έξω και να πούμε, υπό προϋποθέσεις, (να μας φέρει αποδείξεις ο Πάνος -εμένα μου τις έφερε και τις είδα- να μας φέρει εγγυητικές, να βάλουμε όσες ασφαλιστικές δικλίδες υπάρχουν, να λύσουμε το νομικό πρόβλημα), αλλά μπορούμε να βγούμε με μια φωνή, για το αυτονόητο, για το καλό της πόλης μας και να πούμε «αυτό θέλουμε»;
Αυτή είναι η θέση μου.
ΑΠΟ SKALA TIMES